Τα Αόρατα Παιδιά | Η Προβληματική της 2ης Γενιάς στην Ελλάδα

Της Ανδρομάχης Παπαϊωάννου


Στην ερώτηση «Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά της 2ης γενιάς στην Ελλάδα;» οι περισσότεροι μου απάντησαν με την εξής ερώτηση «Τι είναι, ποια είναι τα παιδιά 2ης γενιάς; Τι πάει να πει αυτό;».

Όταν τους εξηγούσα ότι με τον όρο 2η γενιά νοούνται όλα τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί ή έρθει στην Ελλάδα σε πολύ μικρή ηλικία, οι περισσότεροι συνέχιζαν να με κοιτάνε με απορία. Οι ελάχιστοι που γνώριζαν τουλάχιστον ποια είναι τα παιδιά αυτά έθεσαν ως κύρια προβλήματα το ρατσισμό, την ανεργία και τη Χρυσή Αυγή. Όταν έθετα τη συμπληρωματική ερώτηση «Τα παιδιά αυτά δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, είναι με άδειες παραμονής, αυτό δεν το θεωρείς πρόβλημα;», οι περισσότεροι μου έλεγαν «Πλάκα κάνεις; Αφού έχουν γεννηθεί εδώ, πώς γίνεται να μην έχουν ιθαγένεια;». Ήταν πάρα πολλοί λίγοι αυτοί που έθεσαν ως μεγαλύτερο πρόβλημα τον κοινωνικό αποκλεισμό, τα προβλήματα με τα χαρτιά και την έλλειψη ιθαγένειας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τελικά τα παιδιά 2ης γενιάς στην Ελλάδα δεν είναι ούτε ο ρατσισμός, ούτε το επισφαλές καθεστώς νομιμότητας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής -η λεγόμενη 2η γενιά- στην Ελλάδα είναι η ορατότητα, ή μάλλον καλύτερα, η έλλειψη της.

Τα παιδιά αυτά είναι αόρατα τόσο για το κράτος όσο και για την ίδια την κοινωνία. Αυτό αποδεικνύεται δυστυχώς περίτρανα με την έλλειψη νομοθεσίας σχετικά με την απόκτηση ιθαγένειας από τη 2η γενιά (με μια παρένθεση τον Νόμο 3838/2010, ο οποίος όμως κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Συμβούλιο της Επικρατείας και εκκρεμεί μόνο η δημοσίευση της απόφασης για την ουσιαστική κατάργησή του), καθώς και από το γεγονός ότι μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας δε γνωρίζει για την ύπαρξη αυτών των παιδιών. Και δε μιλάμε για 1000 ή 2000 παιδιά. Μιλάμε για περίπου 200.000 άτομα τα οποία έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα ή έχουν έρθει πριν τα έξι τους χρόνια. Μιλάμε και για άτομα που είναι ήδη ενήλικες και που, πολλές φορές, έχουν και οι ίδιοι δικά τους παιδιά. Η ουσία, με άλλα λόγια, είναι η άγνοια του μεγέθους και της φύσης του προβλήματος. Ο περισσότερος κόσμος αγνοεί την ύπαρξή τους και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Τα παιδιά υπάρχουν αλλά δεν είναι ορατά ως παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής. Είναι ορατά ως μετανάστες.

Τα παιδιά της 2ης γενιάς θεωρούνται μετανάστες, τόσο από το κράτος όσο και από την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος τα θεωρεί μετανάστες με το να τους αρνείται την πρόσβαση στην ιθαγένεια, ακόμα και σε αυτά έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Η κοινωνία τα θεωρεί μετανάστες, και τα εξομοιώνει με την πρώτη γενιά, η οποία είναι κοινωνικά στιγματισμένη. Η άγνοια και τα στερεότυπα που συνοδεύουν την πρώτη γενιά, κληρονομούνται και στη δεύτερη, η οποία όμως διαφέρει σε κάτι πολύ ουσιαστικό. Δεν είναι μετανάστες – γιατί καλώς η κακώς η μετανάστευση δεν είναι κληρονομική.

Στόχος της δεύτερης γενιάς είναι να γίνουν πολίτες της χώρας τους. Η ισότητα που διεκδικούν τα παιδιά αυτά είναι διττή. Από τη μια είναι η θεσμική ισότητα, η οποία κατοχυρώνεται με την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και κατά συνέπεια, των πολιτικών δικαιωμάτων. Από την άλλη είναι η κοινωνική ισότητα, η οποία είναι αποτέλεσμα επιτυχούς ένταξης. Με τον όρο ένταξη νοείται μια αμφίδρομη διαδικασία, τόσο από την πλευρά των παιδιών όσο και από την πλευρά της κοινωνίας.

Η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας θεωρεί ασύμβατες τις έννοιες «Έλληνας» και «μαύρος», «μουσουλμάνος» ή «Ασιάτης». Τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά, δηλαδή η εξωτερική εμφάνιση κάποιων ανθρώπων, τους καθιστά αυτόματα μη αφομοιώσιμους και τους αποκλείει κοινωνικά. Η ασυμβατότητα των εννοιών αυτών γίνεται ακόμα πιο προβληματική όταν υιοθετείται και από τους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς. Η αστυνομία θεωρεί τον οποιονδήποτε που δεν «μοιάζει με Έλληνα», εν δυνάμει απειλή και εν δυνάμει παράτυπο, καταφεύγοντας συνήθως σε προσβλητικές και ενίοτε ρατσιστικές πρακτικές και συμπεριφορές.

Όσον αφορά τη 2η γενιά, η αίσθηση του μη-ανήκειν ενισχύεται από αυτές τις συμπεριφορές και τόσο το κράτος όσο και η κοινωνία μποϊκοτάρουν τη διαδικασία ομαλής ένταξης των παιδιών αυτών. Στερεότυπα όσον αφορά την καταγωγή, το τι επαγγέλλονται, το αν και πόσο καλά μιλάνε τη γλώσσα, το αν έχουν ή δεν έχουν χαρτιά, είναι πράγματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Η δεύτερη γενιά έχει να αντιμετωπίσει μια μορφή διαφορετικότητας που κατά κάποιο τρόπο της επιβάλλεται από τα πάνω. Με άλλα λόγια, τους επισημαίνεται συνεχώς το πόσο διαφορετικοί είναι ακόμα και αν οι ίδιοι δεν νιώθουν έτσι. Αρχίζουν όμως να αισθάνονται διαφορετικοί – και δυστυχώς πολλές φορές και ξένοι – εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται μέσα στην κοινωνία.

Για να μπορέσουν τα παιδιά αυτά να γίνουν ισότιμοι πολίτες, πέρα από την ιθαγένεια, χρειάζεται κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Τα παιδιά αυτά πρέπει να γίνουν ορατά, όχι ως μετανάστες, αλλά ως Έλληνες. Είναι οργανικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, η οποία πλέον είναι πολυπολιτισμική ακόμα και αν αρνείται να το παραδεχτεί. Ο επαναπροσδιορισμός της «ελληνικότητας» είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ισότητα και την κοινωνική ενσωμάτωση της 2ης γενιάς. Το «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι» μετατρέπεται σε «Έλληνας και γεννιέσαι και γίνεσαι», πράγμα που σημαίνει ότι η «ελληνικότητα» παύει πλέον να αποτελεί ζήτημα κληρονομικότητας και μετατρέπεται σε ζήτημα επιλογής.

Η έννοιες ταυτότητα και έθνος δεν είναι στατικές αλλά ρευστές, επαναπροσδιορίζονται και επαναδιατυπώνονται καθημερινά. Τα παιδιά αυτά είναι και Έλληνες, όπως επιλέγουν να είναι, και χριστιανοί ή μουσουλμάνοι ή χορτοφάγοι ή Rastafarian. Η πολλαπλότητα της ταυτότητας επιτρέπει τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών χαρακτηριστικών σε ένα άτομο. Η συμμετοχή του κάθε ατόμου στην κοινωνία και η αντιμετώπισή του ως ισότιμο μέλος οφείλει να ορίζεται όχι από το δίκαιο του αίματος (jus sanguinis) αλλά από το δικαίωμα να είναι πολίτης της χώρας στην οποία έχει γεννηθεί ή έχει ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του, ανεξάρτητα από την καταγωγή των γονιών του. Η θέσπιση νομοθετικού πλαισίου για την απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά της 2ης γενιάς είναι πολύ σημαντική γιατί η έλλειψη αυτού αποτελεί άτυπο μέσο κοινωνικού αποκλεισμού μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που κατοικεί στη χώρα.

Στόχος μια δημοκρατικής κοινωνίας δεν μπορεί να είναι η αφομοίωση όσων παιδιών δεύτερης γενιάς μοιάζουν με Έλληνες και κοινωνικός αποκλεισμός όσων θεωρούνται μη αφομοιώσιμα λόγω φυλετικών ή πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Μια τέτοια προσέγγιση, πέρα του ότι είναι εντελώς ρατσιστική, θα έχει ως αποτέλεσμα την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, του κοινωνικού αποκλεισμού και της βίας.

Είναι καιρός πλέον όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε πως τα παιδιά των μεταναστών σπουδάζουν, εργάζονται και ζουν δίπλα μας. Είναι οι φίλοι, οι συμμαθητές, οι γείτονες, οι συμπολίτες μας. Είναι μαύροι, μουσουλμάνοι, ινδουιστές και Ασιάτες. Μιλάνε (και) διαφορετικές γλώσσες, ντύνονται (και) διαφορετικά, μαγειρεύουν (και) γεύσεις που εμείς δεν ξέρουμε. Αλλά είναι και Έλληνες. Και ως Έλληνες δικαιούνται να έχουν τα ίδια δικαιώματα με όλους μας. Γιατί ανήκουν εδώ. Γιατί στην τελική, το πώς ένα κράτος αντιλαμβάνεται την έννοια του «ανήκειν» αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο χορηγεί την ιθαγένεια. Και το κράτος είμαστε και εμείς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

8 − four =